Κινητό τηλέφωνο και οδήγηση

Αποτελέσματα έρευνας του ιδρύματος VINCI Autoroutes αποδεικνύουν ότι όσοι χρησιμοποιούν το τηλέφωνο ενώ οδηγούν, με ή χωρίς hands-free, καταγράφουν 30% λιγότερες πληροφορίες για κάθε είδους πληροφορία που συναντούν στον δρόμο, σε σχέση με όσους δεν το χρησιμοποιούν.

Στο πλαίσιο του πειράματος που πραγματοποιήθηκε στο οδικό δίκτυο, οι οδηγοί ήρθαν αντιμέτωποι με εικόνες περιστατικών ή αντικειμένων (φωτεινές ή τουριστικές επιγραφές, ακινητοποιημένα οχήματα οδικής βοήθειας, μνημεία, κ.λπ.) που εμφανίζονταν στα τελευταία 50 χιλιόμετρα της πορείας τους, καθώς και με παραπλανητικά περιστατικά που δεν εμφανίζονταν στην πορεία τους. Οι οδηγοί θα έπρεπε να υποδείξουν εάν είχαν δει ή όχι αυτά τα στοιχεία στην πορεία της διαδρομής τους.

Τα αποτελέσματα αποδεικνύουν ότι όσοι χρησιμοποιούν το τηλέφωνο ενώ οδηγούν, με ή χωρίς hands-free, καταγράφουν 30% λιγότερες πληροφορίες για κάθε είδους πληροφορία που συναντούν στον δρόμο, σε σχέση με όσους δεν το χρησιμοποιούν. Αυτή η μειωμένη αντίληψη των συνθηκών που επικρατούν στον δρόμο μπορεί να ανέλθει σε:

• Μείωση των πληροφοριών που καταγράφονται από τον εγκέφαλο κατά 30%
• Μείωση της οπτικής επισκόπησης του οδικού πεδίου κατά 50%

• Αύξηση του χρόνου αντίδρασης (+100 μέτρα με ταχύτητα 130 km/h)

• Μεγαλύτερη αβεβαιότητα στον έλεγχο των προσπεράσεων και της πορείας ακόμη και στο 50% όταν οι πληροφορίες απαιτούν περισσότερη συγκέντρωση, π.χ. για την ανάγνωση ενός μηνύματος σε μια φωτεινή επιγραφή. Η μείωση της ικανότητας συγκέντρωσης και απομνημόνευσης είναι περισσότερο έντονη όταν ο οδηγός έρχεται αντιμέτωπος με κάποιο παραπλανητικό συμβάν: το 40% των οδηγών που μιλούν στο τηλέφωνο νομίζουν ότι πράγματι το είδαν, σε σχέση με μόλις 9% των οδηγών που δεν μιλούν στο τηλέφωνο.

Οι τηλεφωνικές συνομιλίες, έχουν αρνητικό αντίκτυπο ως προ τη σωστή τήρηση των βασικών υποχρεώσεων της οδήγησης, οι οποίες παρουσιάζουν προβλήματα:

• Ο χρόνος πάνω στη λωρίδα προσπέρασης είναι αισθητά μεγαλύτερος, εξαιτίας της μέσης ταχύτητας που είναι πιο ελαττωμένη (-7 χλμ/ώρα κατά μέσο όρο σε σχέση με όταν ο οδηγός συνομιλεί με κάποιον συνεπιβάτη και -15 χλμ/ώρα σε σχέση με όταν ο οδηγός δεν μιλάει καθόλου) και των κατακλίσεων που είναι λιγότερο συχνές (-50% σε σχέση με την κατάσταση ελέγχου),

• Η μεταβολή της πορείας του οχήματος, που συμβαίνει πολύ συχνά όταν η προσοχή μειώνεται λόγω απόσπασής της ή μείωσης του επιπέδου εγρήγορσης, είναι πολύ σημαντική (+20% σε σχέση με όταν ο οδηγός συνομιλεί με κάποιον συνεπιβάτη ή όταν δεν μιλάει καθόλου),

• Η ικανότητα αντίδρασης μειώνεται επίσης αισθητά. Με ταχύτητα 130 χλμ/ώρα, η απόσταση επιβράδυνσης σε περίπτωση που συμβεί κάτι αυξάνεται κατά μέσο όρο κατά 100 μέτρα (δηλαδή +33%) σε σχέση με όταν ο οδηγός δεν μιλάει στο τηλέφωνο και κατά 70 μέτρα (δηλαδή +23%) σε σχέση με όταν ο οδηγός συνομιλεί με κάποιον συνεπιβάτη.

Μεθοδολογία
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε έναν σταθμό εξυπηρέτησης του αυτοκινητοδρόμου Α11, μεταξύ Παρισιού και Chartes. Οι 3.500 οδηγοί που συμμετείχαν στην έρευνα κλήθηκαν να απαντήσουν σε ένα τεστ αναγνώρισης περιστατικών (πινακίδων, μνημείων, οχημάτων) που βρίσκονταν σε τμήμα 50 χλμ πίσω από τον τόπο που γινόταν η έρευνα. Οι προτεινόμενες απαντήσεις περιείχαν τόσο πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνέβαιναν πραγματικά στη διαδρομή των συμμετεχόντων όσο και σκηνές που τραβήχτηκαν σε άλλον αυτοκινητόδρομο (οι οποίες είναι ψεύτικες). Σε κάθε ερώτηση, οι ερωτηθέντες έπρεπε να δηλώσουν τον βαθμό βεβαιότητας των απαντήσεών τους. Τρία επιμέρους τεστ δίνουν τη δυνατότητα αξιολόγησης της ικανότητας απομνημόνευσης.