Αναπόφευκτη η «σύγκρουση» ανθρώπων και αυτόνομων οχημάτων

Στην αναπόφευκτη «σύγκρουση» μεταξύ ανθρώπων κι αυτόνομων οχημάτων αναφέρεται άρθρο του Peter Hancock, Καθηγητή Ψυχολογίας, Πολιτικής και Περιβαλλοντικής Μηχανικής και Βιομηχανικής Μηχανικής και Διαχείρισης Συστημάτων του Πανεπιστημίου της Κεντρικής Φλώριντα στο «The Conversation».

Το σημείο στο οποίο επικεντρώνεται το άρθρο του Hancock είναι το ότι οι άνθρωποι θα χρειαστεί να συγκρουστούν αρκετές φορές με τα αυτόνομα οχήματα μέχρι οι δρόμοι να είναι ασφαλείς κι ο λόγος είναι ότι αντιμετωπίζουν διαφορετικά την οδήγηση.

Ο Hancock ξεκινά τον συλλογισμό του με ένα άρθρο των James Gibson και Laurence Crooks, το οποίο δημοσιεύτηκε το 1938 και αναφέρεται σε δύο βασικές έννοιες στην οδήγηση το «πεδίο ασφαλούς ταξιδιού» και την «ελάχιστη ζώνη φρεναρίσματος». Το πεδίο ασφαλούς ταξιδιού αφορά στην ψυχολογική αντίληψη του οδηγού για τους πιθανούς κινδύνους γύρω από το όχημα ενώ η ελάχιστη ζώνη φρεναρίσματος αφορά στην απόσταση που θα χρειαστεί κάποιος για να φρενάρει αφού έχει πατήσει το φρένο.

Η έννοια όμως του πεδίου ασφαλούς ταξιδιού δεν μπορεί να είναι ίδια για τα αυτόνομα οχήματα. Ένας οδηγός που οδηγεί με τέτοιο τρόπο ώστε οι πιθανοί κίνδυνοι να είναι εκτός του πεδίου του, οδηγεί με ασφάλεια. Τα αυτόνομα όμως οχήματα αντιλαμβάνονται το πεδίο γύρω τους χρησιμοποιώντας laser, radar, GPS και άλλους αισθητήρες καθώς και εσωτερικές κι εξωτερικές κάμερες. Η πραγματικότητα που διαμορφώνεται επομένως είναι διαφορετική από αυτήν που αντιλαμβάνεται το ανθρώπινο μάτι. Ταυτόχρονα, οι χρόνοι απόκρισής τους μπορεί να είναι γρηγορότεροι από των ανθρώπων αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις πιο αργοί.

Ο Hancock αναφέρει ότι για να συνυπάρξουν οι άνθρωποι με τα αυτόνομα οχήματα θα πρέπει καθένας να προσπαθήσει να καταλάβει την αντίθετη πλευρά. Για παράδειγμα, σε ένα stop ο οδηγός θα κοιτάξει και πιο πέρα αν τον εμποδίζει ένα όχημα να δει ή θα συνεννοηθεί αν χρειαστεί με ένα νεύμα με τον οδηγό που έρχεται και αναλόγως θα πράξει. Αυτό δεν μπορεί να ισχύσει για τα αυτόνομα οχήματα τα οποία δεν μπορούν να αναγνωρίσουν τα νεύματα και είτε κοκκαλώνουν είτε περνούν επειδή γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει κάποιο όχημα κοντά. Όμως αυτό μπορεί να μπερδέψει τους οδηγούς.

Ένα άλλο πρόβλημα είναι η ορατότητα. Οι άνθρωποι οδηγοί ακόμη και σε δύσκολες συνθήκες τα καταφέρνουν, ενώ οι αισθητήρες των αυτόνομων οχημάτων μπορεί να μπερδευτούν, κάτι που μπορεί να αποδειχτεί μοιραίο.

Ο Hancock καταλήγει στο ότι τα ατυχήματα μεταξύ ανθρώπων κι οχημάτων είναι αναπόφευκτα και αυτό δεν συμβαίνει μόνο στα αυτόνομα οχήματα, αλλά σε όλες εκείνες τις συνθήκες που αυτόνομα οχήματα και άνθρωποι χρειάζεται να συνεργαστούν.
Πάντως, μέχρι στιγμής έχει φανεί ότι οι άνθρωποι δεν ανταποκρίνονται όπως θα έπρεπε στην κατάσταση ημιαυτονομίας. Τα περισσότερα ατυχήματα που έχουν συμβεί με όχημα σε αυτόνομη κατάσταση συνέβησαν επειδή ο οδηγός είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στο μηχάνημα και δεν άκουσε τυχόν προειδοποιήσεις για να επέμβει νωρίτερα. Φαίνεται ότι περίοδος που θα συμβαίνουν τα περισσότερα ατυχήματα θα είναι η μεταβατική, όπου αυτόνομα οχήματα και άνθρωποι θα συνυπάρχουν.

Πηγή